ἑλέπολις

ἑλέπολις, poet. [full] ἑλέπτολις, ι, εως,
A city-destroying, epith. of Helen, A.Ag.689(lyr.); of Iphigenia, E.IA1476(lyr.), 1511(lyr.); of Lamia, Com.Adesp.303.
II fem. Subst., engine for sieges, invented by Demetrius Poliorcetes, D.S.20.48, Plu.Demetr.21, Ph.Bel.95.39, Vitr.10.16.4, etc.; ἄνευ μηχανῆς καὶ ἑ. Alciphr.3.45: pl.,

ἑ. μηχαναί D.H.9.68

.
2 metaph., of a person,

ἑ. τῆς Ἑλλάδος Hp.Ep.11

; also ἡ τῶν ἀνοσίων ἑ. τοῦτο (sc. πένθος) Ph.2.191
.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑλέπολις — city destroying fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελέπολις — Πολιορκητική μηχανή που επινόησε πρώτος ο Δημήτριος ο Πολιορκητής (τέλη 4ου αι. π.Χ.) και χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς, τους Άραβες κ.ά. Απαρτιζόταν από έναν πολυώροφο ξύλινο πύργο τετραγωνικής κάτοψης, με ύψος… …   Dictionary of Greek

  • ἑλεπόλει — ἑλέπολις city destroying fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἑλεπόλεϊ , ἑλέπολις city destroying fem dat sg (epic) ἑλέπολις city destroying fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλεπόλεις — ἑλέπολις city destroying fem nom/voc pl (attic epic) ἑλέπολις city destroying fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ГЕЛЕПОЛИС —    • Έλέπολις,          название осадной машины, изобретенной Димитрием Полиоркетом и в первый раз приведенной в действие при осаде Родоса. Diod. Sic. 20, 95. Vitr. 10, 22. см. Πολιορκία, Осада, 1 …   Реальный словарь классических древностей

  • ἑλεπόλεσι — ἑλέπολις city destroying fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλεπόλεσιν — ἑλέπολις city destroying fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλέπολι — ἑλέπολις city destroying fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλέπολιν — ἑλέπολις city destroying fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλέπτολιν — ἑλέπολις city destroying fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλέπτολις — ἑλέπολις city destroying fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.